ἐχθεσινός

ἐχθεσῐνός, ή, όν,
A = χθεσινός, yesterday's,

διαγωγή AP10.79

(Pall.), cf. Dosith.p.397 K.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐχθεσινός — yesterday s masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εχθεσινός — ή, ό και χθεσινός, ή, ό (Α ἐχθεσινός, ή, όν και χθεσινός, ή, όν) [εχθές] αυτός που αναφέρεται στην προηγούμενη από τη σημερινή ημέρα, στο παρελθόν («ἀλλοτριωθέντες τῆς ἐχθεσινῆς διαγωγῆς», Ανθ. Παλ.) …   Dictionary of Greek

  • ἐχθεσινόν — ἐχθεσινός yesterday s masc acc sg ἐχθεσινός yesterday s neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχθεσινῆς — ἐχθεσινός yesterday s fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχθεσινή — ἐχθεσινός yesterday s fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εχθιζινός — ἐχθιζινός, ή, όν (Α) εχθεσινός («μένω γὰρ ἐξ ἐχθιζινοῡ», Μέν.). [ΕΤΥΜΟΛ. Μτγν. τ. τού χθιζινός* < χθιζός < χθες*] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.